παραλογισμός

παραλογισμός
ο
1) безрассудность, неразумность; отсутствие рассудительности; 2) бессмысленность, абсурдность, нелепость; 3) лог. паралогизм, ложное умозаключение

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "παραλογισμός" в других словарях:

  • παραλογισμός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλογισμός — ο σκέψη λαθεμένη, συλλογισμός σφαλερός: Το να πιστεύουμε πως είναι δυνατό να κάνουμε σωστή παιδεία με πεινασμένους δασκάλους είναι παραλογισμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παραλογισμός — ό, ΝΜΑ [παραλογίζομαι] εσφαλμένος τρόπος τού συλλογίζεσθαι, εσφαλμένος συλλογισμός νεοελλ. μσν. (φιλοσ.) αθέλητη παραβίαση τών νόμων και τών κανόνων τής λογικής που στερεί τον συλλογισμό από κάθε αποδεικτική δύναμη και οδηγεί σε εσφαλμένα… …   Dictionary of Greek

  • παραλογισμοῖν — παραλογισμός masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλογισμοῖς — παραλογισμός masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλογισμοί — παραλογισμός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλογισμοῦ — παραλογισμός masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλογισμούς — παραλογισμός masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλογισμῶ — παραλογισμός masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλογισμῶν — παραλογισμός masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλογισμῷ — παραλογισμός masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»